διακαθέζομαι

διακαθ-έζομαι, [voice] Med.,
A take up position, of an army,

ἐπὶ τῶν ὀρῶν J.BJ1.15.6

; take each his own seat, Plu.2.412f.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακαθέζομαι — (Α) 1. (για στρατό) καταλαμβάνω τη θέση μου πριν από τη μάχη 2. (για πρόσ.) κάθομαι στη θέση που έχει οριστεί για μένα …   Dictionary of Greek

  • διακαθεζόμενοι — διακαθέζομαι take up position pres part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεκαθέζοντο — διακαθέζομαι take up position imperf ind mid 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακάθημαι — (Α) 1. διακαθέζομαι 2. (για πτηνά) κλωσσάω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.